Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Τρίτη, Νοέμβριος 04, 2008 "536 λέξεις για την «αδελφότητα των στεναγμών» του Νίκου Ντακάκη"

To blog "ανάγνωση - λέξεις και αναγνώσεις" έκανε μια αναφορά-κριτική στην ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΤΕΝΑΓΜΩΝ

Δε συνηθίζω να διαβάζω σύγχρονους, τωρινούς, Έλληνες λογοτέχνες. Αυτό γιατί αρκετές ήταν οι φορές που ένιωσα το χρόνο, και τα χρήματα χαμένα. Όχι, δε γράφω υποτιμητικά, ούτε υπονοώ εμπορικές σκοπιμότητες. Απλώς δε μεσολάβησε ο απαραίτητος χρόνος ώστε να διυλιστούν και να μείνουν αυτά που αξίζουν. Ο καλύτερος κριτής όλων.
Ωστόσο, διάβασα σε δυο μέρες τις τετρακόσιες περίπου σελίδες του συγκεκριμένου βιβλίου. Πρόκειται για μυθιστόρημα με την «κλασική» έννοια της λέξης, όσο κι αν το μυθιστόρημα παραμένει ένα λογοτεχνικό είδος εν εξελίξει. Έχουμε ένα παζλ ιστοριών διαφορετικών προσώπων που δένουν μεταξύ τους καθώς εξελίσσεται η πλοκή. Η Κατερίνα, ο Αντώνης, η Αλεξάνδρα κλπ. πρόσωπα που σκιαγραφούνται μέσα από τη δράση και τις καταστάσεις που ζουν.
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί με δεξιοτεχνία την τεχνική της αναδρομικής αφήγησης και της συχνότητας, δηλαδή της επανάληψης των γεγονότων μέσα στην αφήγηση. Έτσι πολλές φορές ένα γεγονός γίνεται αφορμή για να ξεκινήσει η εξιστόρηση από το αρχικό σημείο που εξηγεί και φωτίζει τις καταστάσεις. Αυτό είναι και το βασικό χαρακτηριστικό όλου του βιβλίου που ξεκινά με την επίσκεψη της Αλεξάνδρας στο γραφείο του Αντώνη. Το μεγαλύτερο μέρος της μυθοπλασίας είναι η εξήγηση αυτής της επίσκεψης και των όσων διαμείφθηκαν εκεί.
Η εξέλιξη της πλοκής προχωρά με αποκαλύψεις που στοχεύουν να κρατήσουν το ενδιαφέρον, οι συμπτώσεις πολλές φορές υπονοούνται εύκολα, όπως συμβαίνει με το Βασίλη, φτωχό φοιτητή που κατάγεται από την Καλαμαριά, όπου είχε καταφύγει η Αφροδίτη, μάνα του Άλκη με τον Αργύρη... Ή με τον ταξιτζή που μεταφέρει τη γυμνή Κατερίνα και είκοσι χρόνια αργότερα την κλαμένη Αλεξάνδρα. Άλλες φορές είναι σαφείς (δε θα μπορούσε αλλιώς) όπως με την περίπτωση της Κατερίνας η οποία στην αρχή του βιβλίου είναι πενηνταοκτώ χρονών με πρόβλημα αλκοολισμού και μπαινοβγαίνει σε κλινικές. Είναι η ίδια που τη συναντάμε δεκαεξάχρονη στο χωριό της, την Αγία Φωτιά και παρακολουθούμε τη ζωή της...
Το τέλος του βιβλίου μας επιφυλάσσει μία ανατροπή.
Διαβάζοντας, θα μπορούσε να πει κανείς ότι γίνεται κατάχρηση της τεχνικής της αναδρομής – καταντά κάτι προβλέψιμο από ένα σημείο και μετά. Μοιάζει με άσκηση στις αφηγηματικές τεχνικές. Ο Ντακάκης δένει πολύ καλά τις επιμέρους ιστορίες που διατηρούν και αυτοτελή χαρακτήρα. Σύμφωνα με τη σημείωση στο «αυτί» του βιβλίου κάποιες δημοσιεύτηκαν με τη μορφή αυτοτελών διηγημάτων. Η αναδρομική αφήγηση είναι αυτή που ολοκληρώνει, κυκλικά, μια αυτοτελή ιστορία. Επίσης, θα μπορούσε ο λόγος να είναι λακωνικότερος στις περιγραφές και στην αφήγηση. Αυτό, όμως, είναι κάτι που θα ταίριαζε σε μένα, ως αναγνώστη, αλλά χαρακτηρίζει το ύφος του συγγραφέα.Η μυθοπλασία πολλές φορές ξεφεύγει από τη ρεαλιστική απόδοση της πραγματικότητας. Αυτό δε θα είχε καμιά σημασία αν τα γεγονότα δεν ήταν τόσο εμφανώς δεμένα στον ιστορικό χωρο-χρόνο και συνδυασμένα με σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας, όπως η περίοδος της κατοχής κατά το Β΄ παγκόσμιο και η εξέγερση του Πολυτεχνείου το ’73. Επίσης το γεγονός της εμφάνισης του Αποστόλη, αδελφού του Μιχάλη που ήταν άνδρας της Κατερίνας μοιάζει σα λύση «από μηχανής Θεού». Κατ’ αυτό τον τρόπο θα οδηγηθούμε σε «χάπυ-έντ» που φέρνει σε «μελό». Βέβαια, ίσως η πραγματικότητα πολλές φορές να ξεπερνάει τη φαντασία. Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης αναφέρεται ότι το βιβλίο είναι βασισμένο σε πραγματική ιστορία.
ΥΓ. Ένσταση θα είχα σχετικά με τη γραμματοσειρά. Μια πιο κλασική και «στρογγυλή» θα βοηθούσε. Και με το εξώφυλλο. Αλλά αυτά είναι άλλου είδους θέματα.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ ΤΟΝ Ας ΕΩΝ

3 ακόμη απόψεις:
Κ.Υ.Π WALKING είπε...
Κι εγώ σ΄αυτή την κατηγορία ανήκω, όσον αφορά την εμπιστοσύνη στους νέους λογοτέχνες, με μικρές εξαιρέσεις.Τελευταία έχω την εντύπωση ότι χάνω πολλά πράγματα κι αν αυτό προφανώς διορθώνεται κάποια στιγμή εκ των υστέρων,την αίσθηση για το τι συμβαίνει όμως πρέπει να την έχει κανείς στην ώρα της και δεν την έχω.
5 Νοέμβριος 2008 12:48 πμ

Χριστίνα είπε...
Κ.υ.π. @ δε νομίζω ότι χρειάζεται να γενικεύεις… και η αίσθηση ότι «κάτι χάνουμε απ’ αυτό που συμβαίνει», υπάρχει μόνο μέσα στο μυαλό μας. Η επικαιρότητα ενός έργου δεν εξαρτάται από τον χρόνο έκδοσής του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πάντως, η γνώμη μου είναι ότι …δεν έχασες τίποτα!!Ας εων@ διάβασα κι εγώ συγκυριακά το βιβλίο (δε θα το διάλεγα), και έχω να πω ότι πρόκειται για ένα ολοφάνερα «εμπορικό» βιβλίο, και μάλιστα, όπως αποδείχτηκε, από τα χειρότερα του είδους του. Κιεπειδή ο χαρακτηρισμός είναι «βαρύς», θα γράψω πολλά για να τον στηρίξω:Κατ’ αρχάς ο τίτλος, που όπως αποδεικνύεται έχει τελείως περιφερειακή σχέση με το «θέμα», ξεφωνίζει ότι απευθύνεται στο κοινό του «Κώδικα Ντα Βίντσι» και των θαυμαστών γενικά του Νταν Μπράουν και των συναφών (την αίσθηση επιτείνει το εξώφυλλο). Το οπισθόφυλλο μας πληροφορεί χαρτί και καλαμάρι για το βασικό μυστήριο, (ότι οι δυο ήρωες-εραστές είναι αδέλφια) στο οποίο προσπαθεί έντεχνα να εισαγάγει απ’ την πρώτη σελίδα ο συγγραφέας αιφνιδιάζοντάς μας με τις αντιδράσεις της ηρωίδας, και να μας λύσει σιγά σιγά για να μας κρατήσει σε αγωνία• ο επιμελητής της έκδοσης δηλαδή, για προφανώς εμπορικούς λόγους διαλύει και καταστρέφει το ελάχιστο μυστήριο κι ενδιαφέρον που μπορεί να χει κανείς στο πρώτο μισό του βιβλίου. Άλλωστε, διαβάζοντας το βιβλίο, όλα συνεχίζουν να είναι προβλέψιμα. Οι τεχνικές γραφής ενός βιβλίου όπου όλα είναι δραματικά, συμβαίνουν γρήγορα, υπάρχουν τραγικές ειρωνείες, τραγικές άγνοιες, απότομες μεταβολές της τύχης (κλισέ της «τραγωδίας» που συγκινούν ένα ευρύ κοινό), οι ήρωες είναι ή πανέμορφοι ή παμπόνηροι κλπ., είναι τεχνικές δοκιμασμένες, συνταγές που συνήθως ακολουθούν τα σήριαλ, κοινώς οι σαπουνόπερες. Επειδή απευθύνονται σ’ ένα μέσο όρο που διαβάζει «διαγωνίως» κι ως εκ τούτου θέλει εύπεπτη και δοκιμασμένη τροφή. Έτσι, σε κάθε «δραματική» αλλαγή, ένας υποψιασμένος αναγνώστης ξέρει τι θ’ ακολουθήσει.Ναι, η αφήγηση κάνει κατάχρηση της τεχνικής «in medias res», αλλά ακόμα περισσότερο, σε βαθμό που είναι πολύ κουραστικό, του «φλας μπακ», προκειμένου να μας διαφωτίσει για το παρελθόν κάποιου καινούριου ήρωα. Επίσης, μπαίνει και λίγο ιστορικό αλατοπίπερο, (Πολυτεχνείο), που κατά η γνώμη μου επιτείνει το βαθμό εμπορικότητας.Ήταν σίγουρο από την αρχή ότι αυτό το γράψιμο δε θα μας άφηνε τους δυο ήρωες να παραμείνουν αδελφάκια, αλλά στο τέλος θ’ αποδεικνυόταν ότι δεν ήταν! Για να γίνει όμως αυτό και να αιφνιδιαστεί- πλην όμως ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΤΕΙ- ο αναγνώστης, η υπόθεση ξεχείλωσε επικίνδυνα: η μάνα η οποία παρουσιάζεται να «έχει τρελαθεί» ΕΠΕΙΔΗ ο αγαπημένος της την εξέθεσε και δεν τη βοήθησε όταν γέννησε το κορίτσι ΤΟΥ, εντέλει είχε κάνει τη δουλειά με κάποιον άλλον(!) – συγνώμη, αλλά να υπάρχει κάποια συνέπεια στοιχειώδης, ε; Αλλά –έστω-δε σχολιάζω τόσο την υπόθεση που’ ναι τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά. Πολλές φορές, όπως Λες κι εσύ ας εων, η ζωή υπερβαίνει τη φαντασία και οι συμπτώσεις ή οι αναποδιές αγγίζουν τα όρια του απίστευτου. Δεν ήταν αυτό που μ’ ενόχλησε τόσο πολύ. Πέρα απ’ αυτές τις αδυναμίες στην πλοκή (παρεμπιπτόντως, χρειάζεται πολλή μαστοριά), δεν ξεχώρισα ούτε μια φράση, ούτε ένα συναίσθημα που να ξεφύγει απ’ αυτό το «αγοραίο» στυλ. Όλα είναι τακτοποιημένα και υπογραμμισμένα, σαν ν’ απευθύνονται σε μικρά παιδιά που δεν καταλαβαίνουν. Πρόκειται ίσως για πρωτόλειο έργο, κι επομένως δε θα’ πρεπε να είναι κάποιος τόσο αυστηρός. Απ’ την άλλη, ακριβώς επειδή είναι πρωτόλειο, ας είμαστε αυστηροί: δε γράφεις ΓΙΑ ΝΑ . Όταν γράφεις, γράφεις ΕΠΕΙΔΗ•. Υποθέτω, επειδή δε μπορείς να κάνεις αλλιώς, όταν δηλαδή ΕΧΕΙΣ κάτι να πεις, όταν καίγεσαι. Όταν όμως υπερισχύει το ΤΕΛΙΚΟ αίτιο του ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΥ, δυστυχώς η τέχνη γίνεται εμπορική, μαζική και μέτρια.
5 Νοέμβριος 2008 3:27 μμ

Νίκος Ντακάκης είπε...
Δεν έχεις και πολύ άδικο, αγαπητέ ας εών, όταν λες πως αισθάνεσαι να χάνεις χρόνο και χρήμα διαβάζοντας σύγχρονους έλληνες συγγραφείς. Ωστόσο αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει αφοριστικά νομίζω, γιατί υπάρχουν αρκετοί αξιόλογοι έλληνες, όπως υπάρχουν και ξένοι που έχουν γράψει σκουπίδια. Βέβαια δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το γεγονός πως για να φτάσει ένα βιβλίο στα χέρια μας καθοριστικό ρόλο παίζει η διαφήμιση και η προώθησή του. Πάντως το ότι μπήκες στον κόπο να διαβάσεις το βιβλίο μου με τιμά ιδιαίτερα και σ' ευχαριστώ γι' αυτό. Πολύ περισσότερο που βρήκες χρόνο να το σχολιάσεις. Ελπίζω να καταλαβαίνεις πως μια ανεξάρτητη κριτική από έναν άγνωστο αναγνώστη έχει μεγαλύτερη αξία και είναι αυτή που τελικά βοηθά τον συγγραφέα. Τώρα ως προς την ουσία ένα μονάχα θέλω να σου πω. Πράγματι το βιβλίο είναι βασισμένο σε πραγματική ιστορία. Το αξιοπερίεργο είναι πως σε αρκετούς αναγνώστες φαντάζουν εξωπραγματικά τα αληθινά γεγονότα. Ίσως γιατί όπως πολύ σωστά επισημαίνεις πολλές φορές η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία. Και πάλι σ' ευχαριστώ όπως ευχαριστώ και την Χριστίνα για τα πολύ κακά της λόγια. Πάντως κι αυτή την κριτική θα την ανεβάσω στο blog μου http://iadelfotistwnstenagmwvn.blogspot.com/
5 Νοέμβριος 2008 3:49 μμ

Χριστίνα είπε...
Κ. Ντακάκη, δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό ν' ακούει κανείς "πολύ κακά λόγια". Αν η κριτική μου σας έθιξε,οπωσδήποτε οι προθέσεις μου δεν ήταν να κρίνω τον συγγραφέα του βιβλίου ως άνθρωπο, αλλά το ίδιο το βιβλίο, με τα στοιχεία που αυτό το ίδιο μου δίνει. Επομένως, θα ήταν προτιμότερο να γίνει ο διάλογος πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα/ επιχειρήματα που μου έδωσαν την εικόνα ενός -ακόμα-εμπορικού καθαρά βιβλίου που σκοπό έχει το κέρδος, κι όχι γενικά κι αόριστα.Εξηγώ γιατί δεν είναι κακό ν' ακούει κανέις "πολύ κακά λόγια": αν η πρόθεση ήταν καθαρά εμπορική, δηλαδή ένα εύκολο κέρδος, καλώς έπραξα και το επισήμανα. Αν πάλι, ως πρώτο έργο, υπάρχουν αδυναμίες που ο συγγραφέας δεν τις συνειδητοποιεί, καλό είναι να του τις επισημαίνουν παρά να τον φουσκώνουν και να τον βαυκαλίζουν με "ψεύτικα εύγε".Εκτίμησα ιδιαίτερα το θάρρος να δημοσιεύσετε την αρνητική αυτή κριτική στο blog σας.Με ειλικρινή σεβασμό,Χριστίνα
5 Νοέμβριος 2008 5:37 μμ

as eon είπε...
Νομίζω ότι ο διάλογος που διεξάγεται είναι ουσιαστικότατος και ανυστερόβουλος που χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια. Για μένα, εκτός των άλλων που θίγονται στη δημοσίευση και τα σχόλια, παραμένει σημαντική η επιφύλαξη σχετικά με την νεοελληνική λογοτεχνία. Θέλω να εξηγήσω περισσότερο. Με βάση τα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου για το 2007 (ας το θεωρήσουμε ενδεικτικό) εκδόθηκαν 9566 νέοι τίτλοι, από αυτούς 1083 ήταν ελληνική λογοτεχνία και πιο συγκεκριμένα οι 322 αφορούσαν ελληνόγλωσσο μυθιστόρημα. Ως αναγνώστης, ψάχνω κριτήρια για να προσανατολιστώ. Υπάρχουν οι βιβλιοπαρουσιάσεις και βιβλιοκριτικές των εφημερίδων, υπάρχουν λογοτεχνικά περιοδικά και περιοδικά για το βιβλίο, υπάρχουν – τώρα πια – βιβλιόφιλα blog, υπάρχουν οι φίλοι που διαβάζουν. Επίσης υπάρχει ο εκδοτικός οίκος που για μένα κατέληξε ένα σημαντικό κριτήριο. (Σχετικά με τη ξένη λογοτεχνία, προφανώς, η επιλογή και η αξιολόγηση των έργων που θα μεταφραστούν και θα εκδοθούν είναι διαφορετική και επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, όπως η εντύπωση του βιβλίου στη χώρα που πρωτοκυκλοφόρησε, οπότε υπάρχει και η ηχώ της).Παρόλα αυτά η επιφύλαξη παραμένει (τη στιγμή μάλιστα που ακόμα δε διάβασα, ας πούμε, την «Άννα Καρένινα»). Κατά καιρούς κάνω εξαιρέσεις και διαβάζω κάποια από τα λογοτεχνικά βιβλία της νέας παραγωγής. Έτσι διάβασα το «μ.Χ» του Βασίλη Αλεξάκη (Εξάντας), τον «Παλιόκαιρο» της Αμάντας Μιχαλοπούλου (Καστανιώτης), τον «Άγιο της Μοναξιάς» της Καρυστιάνη (Καστανιώτης), το «ερωτευμένη με άλλον της Νένας Πανταζοπούλου (Νέα Σύνορα- Λιβάνης), το «θείο Πέτρο και την εικασία του Γκόλντμπαχ» (Καστανιώτης), τα «πυθαγόρεια εγκλήματα» του Τεύκρου Μιχαηλίδη (Πόλις) και άλλα. Μόνο η αναφορά των προηγούμενων παραδειγμάτων, νομίζω, αρκεί για να φανεί το «πέλαγος» και να δικαιολογηθεί η επιφύλαξή μου χωρίς άλλα σχόλια (αρκεί να τα έχει διαβάσει κάποιος για να κρίνει και να τα διαχωρίσει). Έχεις δίκιο κυπ όταν λές «έχω την εντύπωση ότι χάνω πολλά πράγματα», αλλά το ζήτημα είναι πόσο χρόνο και χρήμα θα πρέπει να χάνουμε για να βρούμε αυτό που αξίζει;Το συγκεκριμένο βιβλίο του Ντακάκη ήταν μια πρόκληση. Ήταν άγνωστα και συγγραφέας και ο εκδότης. Ήταν ένα ι-μέιλ μέσα στον Αύγουστο που μου μιλούσε για αυτό. Το διάβασα και οδηγήθηκα στη συγκεκριμένη δημοσίευση.Ο χρόνος θα δείξει αν τα αντίτυπα του βιβλίου θα πολτοποιηθούν ή όχι, αν ο Ντακάκης μπορέσει να γράψει κάτι που θα αποδείξει ότι δεν είναι μόνο καλός στις τεχνικές της αφήγησης αλλά θα κερδίσει το αναγνωστικό κοινό. Το ίδιο ισχύει με κάθε νέα προσπάθεια που εκδίδεται. Το πρόβλημα παραμένει και περιπλέκεται εξαιτίας του «καθοριστικού ρόλου που παίζει η διαφήμιση και η προώθησή του», όπως ο Νίκος Ντακάκης αναφέρει (ίσως κάτι παραπάνω ξέρει αφού ενεπλάκη ως συγγραφέας)Τέλος, αναπαράγω τις 54 λέξεις για μια διευκρίνιση: Τα κείμενα που δημοσιεύονται εδώ δεν θέλουν να αποτελούν μεσολάβηση ανάμεσα στον αναγνώστη και το βιβλίο. Γράφονται με την οπτική του αναγνώστη και όχι του "κριτικού". Αν τα βιβλία αξίζουν επειδή αποτελούν μια «τσεκουριά στην παγωμένη θάλασσα που βρίσκεται εντός μας», τότε τα κείμενα αυτά είναι ο ήχος αυτής της τσεκουριάς και τίποτα περισσότερο.(καλώς ήρθες πάλι κυπ, οξύτατη η άποψή σου Χριστίνα, με ανυστερόβουλη τόλμη και αγάπη για το γραπτό λόγο. Νίκο Ντακάκη ελπίζω να βγεις «κερδισμένος» από όλα αυτά, αφού η δεκτική σου στάση δείχνει ότι θα τα αξιοποιήσεις)
5 Νοέμβριος 2008 7:37 μμ

Νίκος Ντακάκης είπε...
Ειλικρινά μου είναι δυσάρεστος ο διάλογος που ξεκίνησε, αγαπητέ ας εών, με αφορμή ένα δικό μου βιβλίο γι’ αυτό και δεν σκοπεύω να τον συνεχίσω. «Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα», λένε στο χωριό μου και στην περίπτωσή μας κάποια σημασία έχει. Επίτρεψέ μου μόνο να σου αναφέρω πως το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί να αρέσει μπορεί και όχι. Άλλωστε ο καθένας μας έχει τα δικά του κριτήρια. Ο απόλυτος μηδενισμός της Χριστίνας όμως ή οι εικαζόμενες προθέσεις που μου καταλογίζονται, θεωρώ πως είναι τουλάχιστον υπερβολικές. Κριτής των πάντων το αναγνωστικό κοινό γι’ αυτό και στο blog μου έχω συγκεντρώσει όλες τις κριτικές είτε καλές είναι αυτές είτε όχι. Εγώ πάντως σίγουρα δεν επιδίωξα ούτε το εύκολο κέρδος ούτε «Η Αδελφότης των Στεναγμών» είναι το πρώτο μου βιβλίο. Μια επίσκεψή σου στις «Αθιβολές» ίσως σου δώσει μια πληρέστερη εικόνα.Πράγματι το βιβλίο στην Ελλάδα είναι μια πονεμένη ιστορία. Άραγε με ποιον τρόπο μπορεί να φτάσει στα χέρια μας το βιβλίο ενός παντελώς άγνωστου; Αμφιβάλλεις πως μπορεί να υπάρχουν αξιόλογα έργα που οδηγούνται σε πολτοποίηση επειδή δεν έτυχε να τα ανακαλύψει κάποιος; Πριν σε ευχαριστήσω για άλλη μια φορά αισθάνομαι την υποχρέωση να σου ζητήσω συγγνώμη για τον διάλογο που, άθελά μου, ξεκίνησε.
5 Νοέμβριος 2008 9:00 μμ


as eon είπε...

Καταλαβαίνω, εν μέρει, τη δυσαρέσκεια σου αγαπητέ Νίκο Ντακάκη. Όταν κάποιος εκτίθεται δημοσιοποιώντας κείμενά του, εκδίδοντας βιβλία του, πράττοντας δημόσια κλπ, προφανώς έχει υπόψη του ότι θα συζητηθεί. Θετικά και αρνητικά. Αν ο λόγος ήταν απλώς «περί ορέξεως» τότε δε θα συζητούσαμε στο διαδικτυακό χωριό, αλλά ο καθένας στο χωριό του. Και όταν η «κολοκυθόπιτα» στοιχίζει, ας πούμε 17 ευρώ, τότε οφείλουμε να πούμε αν ήταν νόστιμη ή όχι. Και εγώ ως αναγνωστικό κοινό γράφω και εκθέτω τον εαυτό μου.

Βεβαίως, και δέχομαι τους ισχυρισμούς σου για τις καλές προθέσεις σου. Προφανώς κάποια ανάγκη έκφρασης σε οδήγησε στη συγγραφή και μακάρι (ίσως πρέπει) να συνεχίσεις. Έχω υπόψη μου – και από το αυτί του εξώφυλλου – ότι έχεις γράψει το βιβλίο «Όπως τ’ όνειρο», έχω υπόψη μου και τις «Αθιβολές», έχω δει και άλλα διαδικτυακά σχετικά δημοσιεύματα. Έχεις δίκιο και συμφωνούμε απόλυτα για τα σχετικά με το βιβλίο, την αξία του και την προώθησή του.

Δεν υπάρχει λόγος να με ευχαριστείς. Δε μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να ζητάς συγγνώμη για το διάλογο. Εγώ σ’ ευχαριστώ για την αξία που δίνεις στο δημοσίευμα ενός απλού αναγνώστη. Συνέχισε να γράφεις.

(Αν θες μπορείς να λάβεις υπόψη σου κάποιες επισημάνσεις αναγνωστών σου, έστω τις θετικές).

Αν σου είναι τόσο δυσάρεστο, μπορώ να σβήσω το ποστ και τα σχόλια.

Βασίλης Συμεωνίδης



Κ.Υ.Π WALKING είπε...

Έγραψα ένα περίπου αυτοκριτικό σχόλιο,επειδή αισθάνθηκα ότι δεν θα μπορούσα να μιλήσω θεωρητικά για κάτι που δεν έχω διαβάσει, αλλά και γενικότερα επειδή πλήν εξαιρέσεων δεν διαβάζω ιδιαίτερα σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
Η αίσθηση μου αυτή κάθε άλλο παρά τυχαία είναι, σε σχέση με το είδος της βιβλιοκριτικής που ασκείται στο συγκεκριμένο blog από τη Χριστίνα και τον as eon και είναι πάντα πραγματική κριτική και αφορμή για ευρύτερους προβληματισμούς, άρα δεν ταιριάζει με κανενός είδους γενικολογίες.
Δεν μπορώ να κρίνω το βιβλίο, μπορώ όμως να πάρω θέση στο διάλογο.
Πιστεύω ότι η κριτική της Χριστίνας θέτει πολύ συγκεκριμένα ζητήματα, που ζητούν αντίστοιχης επικέντρωσης στο θέμα απαντήσεις και όχι γενικολογίες ή κολοκυθόπιτες.
Δεν βλέπω γιατί ο διάλογος με τον τρόπο που αναπτύχθηκε εδώ είναι δυσάρεστος.
Θεωρώ κλισέ κάθε διαλόγου περί βιβλίου και καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων, ότι η επαφή με το κοινό είναι σχεδόν αποκλειστικά,ζήτημα προώθησης και διαφήμισης, χωρίς να παραγνωρίζω το πόσο σημαντικές παραμέτρους αποτελούν. Δεν πιστεύω ότι κανένα αξιόλογο βιβλίο πολτοποιείται, μόνο και μόνο επειδή το φάγαν τα...κυκλώματα.
Παραμένω δύσπιστος σε μιά χώρα που κυριαρχούν κλισέ τέτοιου τύπου κι έτσι με πείθει απόλυτα η επιχειρηματολογία και καθόλου οι διαθέσεις και οι ορέξεις.



Χριστίνα είπε...

Ίσως πράγματι ο πιο ακατάλληλος να μιλήσει για το έργο του να είναι ο ίδιος ο δημιουργός του. Η συναισθηματική του εμπλοκή τον κάνει ανίκανο να έρθει στην κατάλληλη απόσταση και να αντιμετωπίσει κάποια αρνητική κριτική με καθαρό μυαλό. Τώρα καταλαβαίνω περισσότερο τον ας εων που διστάζει να σχολιάζει σύγχρονα έργα, "τελευταίας σοδειάς".
Κ. Ντακάκη, δε μίλησα για αρνητικές προθέσεις με απόλυτη σιγουριά: " ΑΝ η πρόθεση ήταν καθαρά εμπορική, δηλαδή ένα εύκολο κέρδος, καλώς έπραξα και το επισήμανα κλπ. κλπ". Πώς άλλωστε μπορεί κανείς να ξέρει;
ας εων@ συμφωνώ φυσικά ότι εκτίθεται και ο αναγνώστης όταν καταθέτει την απόψή του.
κ.υ.π.@ με κάλυψες απόλυτα, σ' ευχαριστώ...

as eon είπε...

Παρακαλώ Φωτεινή, μας είναι ουσιώδες να συζητάμε για βιβλία.

Ωστόσο δε μπορώ να καταλάβω γιατί η αυστηρή κριτική ενός αναγνώστη (που αφορά το βιβλίο και όχι πρόσωπα ή προσπάθειες, ή οτιδήποτε άλλο εκτός σελίδων του) δεν έχει δικαίωμα να ακουστεί.

Προσωπικά, βλέπω θετικά κάθε έργο που προέρχεται από την επαρχία και από "μικρούς" εκδότες. Κουράγιο στις προσπάθειές σας. Απαντήστε με το έργο σας.

Βασίλης Συμεωνίδης


Κ.Υ.Π WALKING είπε...

Ως τακτικότατος αναγνώστης του και σχολιογράφος του blog, ειλικρινά εκπλήσομαι από κάποια πράγματα που διαβάζω και επί της ουσίας επιχειρούν να ακυρώσουν τη διαδικασία της κριτικής.
Είδα σκληρή κριτική με επιχειρήματα,σε καμμία περίπτωση κάτι που να θυμίζει λίβελλο.
Όσο καιρό σχολιάζω εδώ, πουθενά δεν είδα καμμία αντιμετώπιση του τύπου, αυτά γράφω,δικό μου είναι σ΄όποιον αρέσει, όπως υπονοεί η Φωτεινή και φυσικά δεν το είδα ούτε στην περίπτωση που συζητάμε.
Το θέμα της κριτική ούτε είναι ούτε ήταν ποτέ ηθικό με όρους μελοδράματος.
Ο Χ καλός άνθρωπος που παλεύει μέσα στο αρχιπέλαγος της εμπορικότητας και των άνισων ευκαιριών μ΄αφήνει εντελώς αδιάφορο, από τη στιγμή που εμείς εδώ συζητάμε για την ποιότητα της δημιουργίας του και όχι για τις κοινωνικές ανισότητες.
Αν είναι να βοηθήσω να πέσει η εμπορευματική κοινωνία και ο καπιταλισμός,δικαιούμε να ξέρω το γιατί.

anemos5 είπε...

μέσα απο προσωπικέ΄ς ιστορίες αναβιώνει ολόκληρη η ιστορία της Ελλάδας ..απο κατοχή πείνα εμφύλιο και μεταπολίτευση.ιστορικές μνήμες που αναβιώνουν απο τα προσωπικά δράματα , και έχουμε χρέος να τις διασώσουμε, και να τις δώσουμε ως ιστορική κληρονομιά στους νεώτερους.έχουμε χρέος..... μπράβο κύριε Νίκο


Νίκος Ντακάκης είπε...

Mια ανοίκεια επίθεση. Απάντηση σε μια, μάλλον, κακοπροαίρετη αναγνώστρια

8 Νοέμβριος 2008 1:00 μμ




Χριστίνα είπε...

Ας δεχθώ ότι δεν έχω την ικανότητα να κρίνω ένα βιβλίο. Και ας μην είναι τόσο ενοχλητική μία αυστηρή κριτική αφού υπάρχουν τόσοι έπαινοι και βραβεία. Εύχομαι ο χρόνος να διαψεύσει τη δική μου "ανάγνωση" του βιβλίου.

Παρακαλώ τον ας εών να διακόψει τα σχόλια στην ανάρτηση αυτή. Είναι εξίσου δυσάρεστα για μένα όπως και για τον κύριο Ντακάκη.


as eon είπε...

Χρόνια Πολλά σ' αυτούς που γιορτάζουν σήμερα. Πάω να ευχηθώ στην Αγγελική, εδώ δίπλα μας...

1 σχόλιο:

κυκλάμινο βουνού είπε...

Νίκο μου, δεν καταλαβαίνω! Αυτό το βιβλίο σου τ' αγάπησα πολύ και το ονειρεύομαι να γίνει ταινία και σήριαλ.Δεν έχω τις γνώσεις των διαβασμένων, αλλά ξέρω ότι απ' τα "όσα" βιβλία έχω διαβάσει, αυτό με κράτησε, αφού το διάβασα σε μια μέρα και συνάμα μου έμεινε.
Κράτα τα θετικά απ' την κριτική και τα αρνητικά ψάξ' τα, αν και για μένα είναι θετικά τα περισσότερα απ' τα αρνητικά που γράφουν τα παιδιά. Το να μπορείς να είσαι εμπορικός, το να δένεις τις ιστορίες κ.λ.π είναι πράγματα που δεν έχω και ζηλεύω σε σένα.
Συνέχισε Νίκο μου, όπως εσύ ξέρεις και μπορείς κι' αφού το "επειδή σου", μπορεί να γίνει και "για να" (το απέδειξες άλλωστε με τα λογοτεχνικά σου βραβεία), δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Μόνο να σε μάθουν και να δεις ότι έχεις μεγάλο ταλέντο, δυνατή πένα και ότι είσαι μεγάλος παραμυθάς. Έχεις αστέρι φίλε μου και θα με θυμηθείς, κάποτε!
Φιλιά πολλά πολλά και καλές εμπνεύσεις!
Υγ. Ήδη, ένα άλλο ξένο βιβλίο που μ' άρεσε πολύ, όπως και το δικό σου, (η γκέισα)έγινε ταινία.
Κοντά είσαι!
Σημασία έχει να αρέσεις στους πολλούς κι αυτό το έχεις!
Εγώ πάντως, σε ζηλεύω και σε θαυμάζω, φίλε μου!
Φιλιά πολλά, θα τα πούμε όταν θα έχω περισσότερο χρόνο.